ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΑ

Την νύχτα που καιγότανε
Του δένδρου η κορφή
Στις ρίζες του κατέβηκα
Να ψάξω για τροφή
Συνάντησα τους φίλους μου
Που κλαίγαν σαν παιδιά
Την βάρκα ρίξαν στο νερό
Μα λείπαν τα κουπιά

Δυο θάλασσες πλημμύρισαν
την πίσω μου αυλή
η μια το θάρρος μου 'πνιξε
κι άλλη το σκυλί
οι γείτονες μαζεύτηκαν
να συμπαρασταθούν
και από τότε στις γιορτές
τα ρούχα μου φορούν

που τρέχει ο νους ... και δεν μ' ακούς

Ανύποπτος γεννήθηκα
Στον ίσκιο μιας ελιάς
Τα λόγια με νανούριζαν
μιας δύστυχης Σμυρνιάς
και μου 'λεγε τα κύματα
ποτέ μην φοβηθείς
μα αν δεις γραβάτα που μιλάει
να τρέξεις να κρυφτείς

κοιμάμαι ονειρεύομαι
ξυπνάω σ' άλλη γη
ένας ζητιάνος φώναζε
το δίκιο του να βρει
δυο δικηγόροι φίλοι του
του κλέψαν τα λεφτά
στα τέσσερα τα μοίρασαν
και χόρτασαν εφτά

που τρέχει ο νους ...και δεν μ' ακούς

τον βασιλιά ρωτήσαμε
που κρύβετε ο θεός
κι εκείνος χαμογέλασε
και έσβησε το φως
χιλιάδες στέλνει άρματα
τοξότες ιππικό
στην άσφαλτο χαράματα
να διώξουν τον εχθρό

μια όμορφη μικρή ξανθιά
σχεδόν ψηφιακή
μας είπε πως το σύννεφο
δεν έφερε βροχή
κι εμείς ξεσηκωθήκαμε
σε πόλεις και χωριά
μα στ' όνειρο δεν μπήκαμε
μας κλέψαν τα κλειδιά

που τρέχει ο νους ...και δεν μ' ακούς